Να ανακληθεί ΑΜΕΣΑ η απαράδεκτη απόφαση της συγκλήτου για τη «χρηματοδότηση» του επικουρικού έργου από τις τακτικές πιστώσεις.

Συνάδελφοι, συναδέλφισες,

Στην τελευταία συνεδρίαση της η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου Πατρών αποφάσισε την κατανομή στις μονάδες του ιδρύματος των, για ακόμη μια χρονιά, μειωμένων Τακτικών Πιστώσεων. Στην απόφαση αυτή προβλέπεται ότι τα Τμήματα θα πρέπει, από τις Τακτικές Πιστώσεις που τους αντιστοιχούν εκτός άλλων, να καλύψουν το ωρομίσθιο και τις ασφαλιστικές εισφορές για το επικουρικό έργο των μεταπτυχιακών φοιτητών του 2017.

Πρόκειται για ένα απαράδεκτο μέτρο το οποίο μειώνει περεταίρω τους πενιχρούς πόρους στα Τμήματα. Θέτει στις συνελεύσεις το απαράδεκτο και ανήθικο δίλημμα της επιλογής μεταξύ της κάλυψης των πραγματικών λειτουργικών-εκπαιδευτικών-ερευνητικών αναγκών ή της αποζημίωσης του επικουρικού έργου. Θα φέρει τους μεταπτυχιακούς φοιτητές και υποψήφιους διδάκτορες σε αντιπαράθεση με τις συνελεύσεις των Τμημάτων με συνέπειες για την εκπαιδευτική και ερευνητική διαδικασία.

Με την απόφαση αυτή ανοίγει  ο δρόμος για την «αυτοχρηματοδότηση» των αυξημένων αναγκών σε διδακτικό, τεχνικό και διοικητικό προσωπικό από τις πενιχρές Τακτικές πιστώσεις. Η απόφαση αυτή λειτουργεί εκ των πραγμάτων ως μέσο πίεσης του Συμβουλίου Ιδρύματος και των Πρυτανικών Αρχών για την επιβολή διδάκτρων με άμεσο ή έμμεσο τρόπο.

  • Καλούμε τις Γενικές Συνελεύσεις των Τμημάτων να επιστρέψουν την απόφαση αυτή στη σύγκλητο ως απαράδεκτη δεδομένου ότι υπονομεύει τη λειτουργία τους.
  • Καλούμε τη Σύγκλητο να αποσύρει ΕΔΩ και ΤΩΡΑ τη σχετική απόφασή της.
  • Διεκδικούμε ξεχωριστό κονδύλιο για την πλήρη κάλυψη των αναγκών σε επικουρικό έργο με ικανοποιητική αμοιβή και πλήρη ασφαλιστικά δικαιώματα.

ΔΗΠΑΚ, Φεβρουάριος 2017

Να σταματήσει τώρα η δίωξη του Δημάρχου Πατρέων

Όλοι τη Δευτέρα 13/2/2017 στις 9.00 το πρωί έξω από τα δικαστήρια.

 Ο Δήμαρχος Πατρέων Κώστας Πελετίδης παραπέμπεται σε δίκη στις 13 Φλεβάρη ύστερα από μήνυση τέως βουλευτή της Χρυσής Αυγής με την κατηγορία της παράβασης καθήκοντος. Δικάζεται γιατί, υλοποιώντας και αντίστοιχες αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου δεν διευκόλυνε τη δράση της Χρυσής Αυγής.

Η δίωξη του Δημάρχου, είναι εξέλιξη επικίνδυνη για όλο το λαό. Είναι τεράστιες οι ευθύνες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, όχι μόνο για την ανοχή που δείχνουν απέναντι στο φασιστικό μόρφωμα (πρόσφατα υπουργοί της “παρέλασαν” από κοινού με τους χρυσαυγίτες Βουλευτές στο Καστελόριζο και στη Ρω), αλλά και για τη δυνατότητα δίωξης που είχε περιγράψει ο ίδιος ο πρώην υπουργός Εσωτερικών και νυν πρόεδρος της Βουλής, Νίκος Βούτσης, απαντώντας σε ερώτηση των φασιστών της Χρυσής Αυγής το καλοκαίρι του 2015, για το αν θα αποδοθούν ποινικές ευθύνες στο Δήμαρχο Πάτρας.

Η ίδια η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, μέσω της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, έθεσε ζητήματα νομιμότητας των αποφάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου που κρατά πολιτική θέση αρχής απέναντι στο χαρακτήρα της Χρυσής Αυγής (ως καθαρά, ναζιστικής εγκληματικής οργάνωσης), με το αιτιολογικό ότι δεν έχει έλθει σε γνώση της κάποια δικαστική απόφαση που να την χαρακτηρίζει εγκληματική οργάνωση!

Εκτός από τις πολιτικές ευθύνες της κυβέρνησης για την παραπομπή σε δίκη του Κ. Πελετίδη, αποκαλύπτεται και ο χαρακτήρας του αστικού κράτους, κομμάτι του οποίου είναι και η Τοπική Διοίκηση. Γι’ αυτό έχει και “βαθμίδες”, που επιτρέπουν να »διορθώνει» τυχόν »αστοχίες» που σημειώνονται σε περίπτωση που υπάρξει δημοτική αρχή που θα πάρει μια απόφαση κόντρα στους νόμους του. Το γεγονός αυτό κάνει φανερό το γιατί η αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγής πρέπει να γίνει υπόθεση του εργατικού – λαϊκού κινήματος, γιατί δεν πρέπει να υπάρχει καμιά αυταπάτη για το αστικό κράτος και τους μηχανισμούς του, πολύ περισσότερο που υπάρχουν όπως αποδεικνύεται, ορατά και αόρατα νήματα που συνδέουν τη φασιστική οργάνωση με κρατικούς μηχανισμούς, με τμήματα του κεφαλαίου ως γνήσιο τέκνο του συστήματος.

Σημειώνουμε ότι η εγκληματική δράση της Χρυσής Αυγής περιγράφεται αναλυτικά και εμπεριστατωμένα στο με αριθμό 215/2015 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθήνας, με το οποίο παραπέμφθηκαν οι βουλευτές – ηγέτες της, μεταξύ των οποίων και ο μηνυτής, σε δίκη που είναι ήδη σε εξέλιξη, για τα κακουργήματα της ένταξης και διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης, καθώς και μια σειρά άλλων εγκλημάτων, τα οποία διέπραξε, μέσω των ταγμάτων εφόδου που έχει συγκροτήσει.

Καλούμε την Πανεπιστημιακή κοινότητα, με την κινητοποίησή τους την ημέρα της δίκης (Δευτέρα 13/2/2017, 9.00πμ) κατά του Δημάρχου, να συνενωθεί με τους δεκάδες φορείς και λαϊκές οργανώσεις ώστε να ακυρώσουν στην πράξη τη δίωξη για τη θέση αρχής που κρατά η δημοτική αρχή. Για να απομονωθεί η Χρυσή Αυγή και κάθε φασιστικό μόρφωμα.

Απαιτούμε να σταματήσει τώρα η δίωξη του Δημάρχου Πατρέων και να αναλάβουν προς αυτή την κατεύθυνση ανάλογες πρωτοβουλίες η κυβέρνηση και οι αντίστοιχες κρατικές υπηρεσίες.

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ 13ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΠΟΣΔΕΠ

Η ανακοίνωση σε pdf: dipak_aei-jan2017_mprosta_sto_13o_synedrio_ths_posdep

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ 13ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΠΟΣΔΕΠ

Η διετία που πέρασε από το 12ο συνέδριο της Ομοσπονδίας Συλλόγων ΔΕΠ συμπίπτει με την περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από τη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Παρά τις προεκλογικές υποσχέσεις, η κυβερνητική πολιτική, ακολουθώντας την ίδια στρατηγική με τις προηγούμενες κυβερνήσεις, επιδεινώνει επιπλέον την ζωή του λαού.  Η κλιμάκωση της αντιλαϊκής επίθεσης αποσκοπεί στην αναίρεση όσων κατέκτησαν οι εργαζόμενοι με σκληρούς αγώνες  τα τελευταία 150 χρόνια για την δημιουργία προϋποθέσεων ανάκαμψης της ανταγωνιστικότητας και κερδοφορίας του κεφαλαίου.

Τα αντεργατικά μέτρα που επιβλήθηκαν σε αγαστή συνεργασία με την ΕΕ και το ΔΝΤ, με τα γνωστά μνημόνια και τους εφαρμοστικούς νόμους, προκάλεσαν μεγάλες, βαθιές ανατροπές στις συνθήκες ζωής και δουλειάς στο σύνολο των μισθωτών, σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Την ίδια ώρα, οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι συνεισφέρουν λιγότερο από 5% στα ετήσια φορολογικά έσοδα και η κυβέρνηση δρομολογεί νέες κρατικές ενισχύσεις μέσα από τον «αναπτυξιακό νόμο». Ακόμα και η όποια ανάκαμψη επέλθει δεν πρόκειται να απορροφήσει την ανεργία, ούτε να επιφέρει επιστροφή στην προ κρίσης περίοδο σε ότι αφορά τις βασικές κατακτήσεις και δικαιώματα των εργαζομένων. Η κυβέρνηση σε συνεργασία με το ΔΝΤ και την ΕΕ προτάσσουν την αποτελεσματική εφαρμογή του 3ου Μνημονίου, την επιτάχυνση των αναδιαρθρώσεων και των ιδιωτικοποιήσεων, τη μείωση του λεγόμενου «μη μισθολογικού κόστους», την παροχή μεγαλύτερων φορολογικών κινήτρων για την προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων. Την ίδια στιγμή, αρχίζει και η συζήτηση και οι «προβληματισμοί» των αστικών επιτελείων γύρω από τη μορφή ενός 4ου Μνημονίου. Ο λεγόμενος «κόφτης» αποτελεί την κυβερνητική δέσμευση για επιπλέον περικοπές  κοινωνικών παροχών, μισθών και συντάξεων ενώ ταυτόχρονα αναζητείται  εύσχημος τρόπος για περάσει η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων και η εργοδοτική ασυδοσία στις μαζικές απολύσεις.  Όλα αυτά τα αντιλαϊκά μέτρα που έφεραν μεγάλες ανατροπές στις εργασιακές σχέσεις, το ασφαλιστικό, τις συντάξεις, την Υγεία, τις κοινωνικές παροχές δεν είναι συγκυριακά. Έχουν από καιρό εξυφανθεί με την συνθήκη του Μάαστριχτ και την Λευκή Βίβλο και έχουν εφαρμοσθεί και ισχύουν εδώ και αρκετά χρόνια στο σύνολο των χωρών της ΕΕ για την εξυπηρέτηση, των λίγων, των Ευρωπαϊκών μονοπωλίων για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας τους στην διεθνή αγορά.

Αυτό το κουβάρι των ενδοιμπεριαλιστικών αντιθέσεων και ανταγωνισμών για το μοίρασμα και έλεγχο των αγορών, εδαφών, και πλουτοπαραγωγικών πηγών και των δρόμων μεταφοράς τους, περιπλέκεται σήμερα με μεγάλους ρυθμούς, διαμορφώνοντας του όρους υλοποίησης των ιμπεριαλιστικών πολέμων. Πληθαίνουν οι θερμές εστίες, οι συγκρούσεις στην περιοχή μας αλλά και σε άλλες περιοχές της υφηλίου. «Σκοτώνονται οι λαοί για τ’ αφέντη το φαΐ». Οι δυνάμεις της αστικής διαχείρισης υποστηρίζουν το δέσιμο της Ελλάδας στις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, κρύβουν τις πραγματικές αιτίες των ιμπεριαλιστικών πολέμων καλλιεργώντας ψεύτικες ελπίδες ότι μπορούν αυτές να εξανθρωπιστούν, δίνουν «γη και ύδωρ στους φονιάδες των λαών».

Στο χώρο της παιδείας οι παρεμβάσεις και της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ εφαρμόζουν πιστά τις απαιτήσεις του κεφαλαίου, που καταγράφονται στο 3ο μνημόνιο και τις εκθέσεις του ΟΟΣΑ. Οι περικοπές της κρατικής χρηματοδότησης και των θέσεων διδακτικού και άλλου προσωπικού έχουν ως στόχο να αναγκάσουν τα Πανεπιστήμια σε όλο και πιο έντονη αναζήτηση ιδιωτικών πόρων, στην πλήρη επιχειρηματική λειτουργία. Επαναλαμβάνεται όλο και πιο συχνά από τα χείλη ανώτατων αξιωματούχων της κυβέρνησης ότι στόχος είναι η «ελαχιστοποίηση της δημόσιας χρηματοδότησης», ενώ έφτασαν στο να υποθηκεύσουν το μέλλον των πανεπιστημίων με την σύναψη δανείων από την Ευρωπαϊκή τράπεζα Επενδύσεων. Οι αναγκαστικές, λόγω έλλειψης προσωπικού, περικοπές σε μαθήματα και διδακτικές ώρες έχουν επιβάλει σημαντικές «εκπτώσεις» στη δομή και το περιεχόμενο των σπουδών. Παράλληλα με την υποβάθμιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας οι φοιτητές μας «απολαμβάνουν» όλο και πιο χαμηλού επιπέδου φοιτητική μέριμνα. Η έρευνα που διεξάγεται στα ΑΕΙ απομακρύνεται συνεχώς από τις λαϊκές ανάγκες και τη γνήσια επιστημονική αναζήτηση. Έχει ταυτιστεί με την καινοτομία που θα φέρει κέρδη στις επιχειρήσεις, ενώ γενικεύεται η συνεργασία με αυτές ως προϋπόθεση για ερευνητική χρηματοδότηση. Τα μέτρα που προωθεί η κυβέρνηση  για τη χρηματοδότηση και την αποστολή της έρευνας στοχεύουν αποκλειστικά στην αύξηση της εκείνης της παραγωγικότητας που αξιοποιεί την επιστημονική γνώση όχι για να βελτιωθεί η θέση των εργαζομένων (αύξηση εισοδήματος, μείωση χρόνου εργασίας), αλλά για να αυξηθούν τα κέρδη του κεφαλαίου. Ο στόχος είναι τριπλός: παράδοση της Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας στην επιχειρηματικότητα, εξασφάλιση μέσω των κρατικών περικοπών ζεστού χρήματος στους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους και η παραγωγή φτηνού και ευέλικτου εργατικού δυναμικού για το κεφάλαιο.

Οι διοικήσεις των Πανεπιστημίων, αποδέχθηκαν και υπερθεμάτισαν  στην πολιτική  της επιχειρηματικότητας, φτάνοντας στο σημείο να διαμαρτύρονται για τυχόν περιορισμούς στα δίδακτρα των μεταπτυχιακών σπουδών. Η άμεση επιχειρηματική λειτουργία των Πανεπιστημίων μέσω της ραγδαίας αύξησης του αριθμού των μεταπτυχιακών με δίδακτρα, τη λειτουργία «παραμάγαζων» τύπου προγραμμάτων δια βίου μάθησης και πλήθους άλλων επιλογών, είναι πλέον πραγματικότητα. Ταυτόχρονα, η αναζήτηση χορηγών για την έρευνα ή την πρόσληψη εκτάκτων διδασκόντων και η ίδρυση επωνύμων εδρών, μεγαλώνει τον έλεγχο των Πανεπιστημίων από επιχειρηματικά συμφέροντα, ενώ σε όλα τα παραπάνω επικάθεται η «αξιολόγηση» Πανεπιστημίων και διδασκόντων με επιχειρηματικά κριτήρια.

Την ίδια στιγμή, όλο και περισσότερες λαϊκές οικογένειες αδυνατούν να ανταποκριθούν στο κόστος των σπουδών των παιδιών τους, κυρίως όταν αυτά σπουδάζουν μακριά.

Το πανεπιστημιακό κίνημα

Απέναντι στο εμπορευματοποιημένο –Πανεπιστήμιο υπάρχει μια σημαντική μερίδα συναδέλφων που σέβονται και υπερασπίζουν το ρόλο τους ως δάσκαλοι και ερευνητές, που έδωσαν τη μάχη ενάντια στην εφαρμογή των αντιδραστικών αλλαγών. Ωστόσο το κίνημα του ΔΕΠ στα ΑΕΙ τόσο ως προς τη στρατηγική του όσο και ως προς τη μαζικότητά του βρίσκεται σε μεγάλη αναντιστοιχία με την επίθεση που δέχονται η δημόσια εκπαίδευση και οι λειτουργοί της, πράγμα που έδωσε τη δυνατότητα στην κυβέρνηση και τους υποστηρικτές της να προχωρήσει τα σχέδιά της χωρίς ιδιαίτερα εμπόδια.

Καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση αυτής της στάσης απογοήτευσης και παραίτησης έπαιξε το σύνολο των παρατάξεων- πλην ΔΗΠΑΚ- που καλλιέργησαν ένα κλίμα αποστράτευσης από καθετί αγωνιστικό και διεκδικητικό, διευκολύνοντας με αυτό τον τρόπο την υλοποίηση της πιο βάρβαρης αντιλαϊκής πολιτικής από την πλευρά της κυβέρνησης. Πιο συγκεκριμένα, από τη μία μεριά, η πλειοψηφία της διοίκησης της ΠΟΣΔΕΠ (ΚΙΠΑΝ, ΑΡΜΕ, ΑΣΚΕΥ/γιατροί) απέτρεψαν την συμμετοχή της ΠΟΣΔΕΠ στις μεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις αυτού του διαστήματος για μισθούς, συντάξεις, ασφαλιστικό, ενάντια στη νέα φορολογία κλπ και περιορίστηκαν σε μία συντεχνιακού τύπου αντιπολίτευση, προβάλλοντας ως τρόπο λύσης των μισθολογικών προβλημάτων αποκλειστικά τις δικαστικές διεκδικήσεις. Ταυτόχρονα πρόβαλαν και υποστήριξαν ανοικτά την διεύρυνση της επιχειρηματικότητας του πανεπιστήμιου και πρωτοστάτησαν στην εφαρμογή και την υλοποίηση κάθε πτυχής του νόμου πλαίσιο., Η «Συνάντηση Πανεπιστημιακών Δασκάλων» (η ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ, το ΔΙΚΤΥΟ πριν την αποχώρησή του, και άλλες παρατάξεις κυρίως από ΕΚΠΑ και ΕΜΠ) συντέλεσαν με τη στάση τους στην κρίση και τον εκφυλισμό του πανεπιστημιακού κινήματος. Έχοντας επενδύσει όλο το προηγούμενο διάστημα στην καλλιέργεια των αυταπατών για επίλυση των προβλημάτων της Εκπαίδευσης μέσω της κυβερνητικής εναλλαγής, έγιναν στην πράξη απολογητές της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και συνέβαλαν να οδηγηθεί ο κλάδος στην αδράνεια και την υποταγή. Είτε με τη λογική ότι «δεν γίνεται τίποτα» είτε με την ανοικτή στήριξη κυβερνητικών επιλογών υποτάχτηκαν στον «ρεαλισμό» της εφαρμοζόμενης πολιτικής. Ουσιαστικά αποτέλεσαν το κομμάτι αυτό του συνδικαλιστικού κινήματος που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο βάζει πλάτη στην υλοποίηση αυτής της βάρβαρης αντιλαϊκής πολιτικής. Η αποχώρηση του ΔΙΚΤΥΟΥ από τη «Συνάντηση» δεν τους απαλλάσσει από τις τεράστιες ευθύνες ψεύτικων ελπίδων που καλλιέργησαν και καλλιεργούν στο όνομα μιας κατ’ επίφαση «αριστερής» ρητορικής που αποκόβει τους στόχους του κινήματος από αναγκαίες ριζοσπαστικές αλλαγές σε επίπεδο κοινωνίας. Έχουν την ίδια ρητορική και επιχειρηματολογία, σπέρνουν τις ίδιες αυταπάτες με τη «Συνάντηση Πανεπιστημιακών Δασκάλων» 2 χρόνια πριν.

Κατά τη διετία που πέρασε και κάτω από δύσκολες συνθήκες η ΔΗΠΑΚ προσπάθησε να βάλει σε δράση όλες της τις δυνάμεις. Ανέδειξε τα προβλήματα και τις αιτίες τους, συνέδεσε τις αναδιαρθρώσεις και την επίθεση στο Δημόσιο πανεπιστήμιο με τις αντίστοιχες στην κοινωνία. Αποκάλυψε τη στρατηγική της ΕΕ και των ελληνικών κυβερνήσεων, οι οποίες την ακολουθούν πιστά. Προσπάθησε από την πρώτη στιγμή, , να διαλύσει τις αυταπάτες για την κυβέρνηση της «πρώτη φορά αριστερά». Έδειξε το δρόμο της αντιμετώπισης των προβλημάτων μέσα από ανυποχώρητη πάλη και αγωνιστική στάση, χωρίς συμβιβασμούς και ψευδαισθήσεις. Υπερασπίστηκε το πανεπιστήμιο απέναντι στους συκοφάντες, χωρίς να ωραιοποιεί την κατάσταση. Απέρριψε το υπάρχον κατ΄ όνομα «δωρεάν», πανεπιστήμιο και πρόβαλε την ανάγκη για τη διαμόρφωση της ενιαίας αποκλειστικά δημόσιας και δωρεάν Ανώτατης Εκπαίδευσης για την ικανοποίηση των σύγχρονων λαϊκών αναγκών και όχι για τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Συνέβαλε καθοριστικά σε συνεργασία με το ΜΑΣ και τις δυνάμεις του ΠΑΜΕ στα ΑΕΙ, στην οργάνωση της πάλης σε πανελλαδικό και σε τοπικό επίπεδο. Η ΔΗΠΑΚ έριξε βάρος στην ανάπτυξη της δράσης των συλλόγων και στήριξε την κοινή δράση συλλόγων ΔΕΠ αλλά και συλλόγων ΔΕΠ με συλλόγους εργαζομένων στα ΑΕΙ και φοιτητών με στόχο την υλοποίηση αποφάσεων ΔΣ/ΓΣ.  Προσπάθησε με τις παρεμβάσεις της να αποκαλύψει τον ρόλο του παλιού και νέου κυβερνητικού συνδικαλισμού που ουσιαστικά βάζει πλάτες στο πέρασμα των αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων.

Μπροστά στην συνεχιζόμενη επίθεση ενάντια στην Ανώτατη Εκπαίδευση, είναι αναγκαίο να παλέψουμε για τη ριζική ανατροπή της σημερινής κατάστασης. Να διεκδικήσουμε Ανώτατη Εκπαίδευση, που θα στηρίζει την οικονομική, κοινωνική, επιστημονική, μορφωτική ανάπτυξη του λαού μας και θα στοχεύει στην κάλυψη των διαρκώς αυξανόμενων λαϊκών αναγκών και όχι στην επιχειρηματική κερδοφορία. Η αναμόρφωση της Ανώτατης Εκπαίδευσης που έχει ανάγκη ο λαός μας δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς σύγκρουση με τους μηχανισμούς της ΕΕ, του ΔΝΤ, και του ΟΟΣΑ την πολιτική στην παιδεία, στην εργασία, συνολικά στην κοινωνική ζωή. Το καθήκον αυτό επαφίεται στους φοιτητές, σε εμάς τους διδάσκοντες και τους εργαζόμενους στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, οι οποίοι εντάσσουν τις φιλοδοξίες και την αγωνιστικότητά τους στην προσπάθεια για να απαλλαχτεί η ανθρώπινη ζωή από το μόχθο, τις στερήσεις, την αμάθεια, τις προλήψεις. Επαφίεται στο λαϊκό κίνημα να εντάξει το καθήκον αυτό στον αγώνα του για μια καλύτερη κοινωνία.

Όσο μένουμε αμέτοχοι και δεν παρεμβαίνουμε στις εξελίξεις, τόσο μεγαλώνουν οι ευθύνες μας προς τους φοιτητές μας, τους γονείς τους, τους εργαζομένους και τις λαϊκές οικογένειες. Όχι άλλη αδράνεια! Να δυναμώσουμε τις φωνές τις αντίστασης και της ανυπακοής. Να αντιπαλέψουμε τις τάσεις παραίτησης που εμφανίζονται στους συλλόγους, και τις φωνές που διακηρύσσουν ότι «δεν γίνεται τίποτα» και συνεπώς δεν μπορούμε παρά να αποδεχτούμε τα πάντα, που ακούγονται από τις δυνάμεις του παλιού και νέου κυβερνητικού συνδικαλισμού. Έχουμε τη δύναμη και να τους σταματήσουμε και να επιβάλλουμε ριζικές αλλαγές που θα οδηγήσουν στην ανατροπή της αντιλαϊκής πολιτικής τους.

Η πρόταση πάλης της ΔΗΠΑΚ

Οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι που δεν έχουν υποκύψει στην λογική του επιχειρηματικού Πανεπιστήμιου οφείλουν να αγωνιστούν για Παιδεία που θα υπηρετεί τα συμφέροντα και τις ανάγκες του λαού και όχι του κεφαλαίου. Για άλλο δρόμο ανάπτυξης, όπου οι άνθρωποι του μόχθου θα καρπώνονται τον πλούτο που παράγουν. Για μια κοινωνία που θα έχει ως κινητήρια δύναμη την ανθρώπινη ευημερία και όχι το επιχειρηματικό κέρδος.

Στην κατεύθυνση αυτή η ΔΗΠΑΚ καλεί σε μαζική και οργανωμένη αντίσταση και κοινό αγώνα με το Μέτωπο Αγώνα Σπουδαστών και το ταξικό εργατικό κίνημα απέναντι στην αντιλαϊκή πολιτική των κυβερνήσεων, της ΕΕ και των υποστηριχτών της. σε. Η λύση δεν βρίσκεται σε πολιτικές που υποτάσσονται στις ορέξεις του κεφαλαίου και καυγαδίζουν για την διακυβέρνηση και για τη μορφή διαχείρισης. Η πάλη για τα καθημερινά προβλήματα θα είναι αποτελεσματική μόνον αν συνδυαστεί με την πάλη για ριζική αλλαγή της κοινωνίας.

Η ΔΗΠΑΚ καλεί τους συναδέλφους να αγωνιστούν μέσα από τους συλλόγους ενάντια στην κυβερνητική πολιτική και να διεκδικήσουν:

  • Ενιαία, αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν Ανώτατη Εκπαίδευση.
  • Να αυξηθεί άμεσα η χρηματοδότηση των ΑΕΙ για την αντιμετώπιση των μεγάλων αναγκών λειτουργίας τους. Κάλυψη του συνόλου των εκπαιδευτικών και ερευνητικών αναγκών αποκλειστικά από τον κρατικό προϋπολογισμό. Να καλυφθούν άμεσα τα κενά σε μέλη ΔΕΠ, εργαστηριακό και διοικητικό/τεχνικό προσωπικό. Όχι στην ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων του ΔΕΠ. Μόνιμη και σταθερή δουλειά του διοικητικού και τεχνικού προσωπικού, μονιμοποίηση όλων των συμβασιούχων.
  • Άμεση κατάργηση του αντιασφαλιστικού εκτρώματος της κυβέρνησης και των φορολογικών επιβαρύνσεων των τελευταίων ετών.
  • Να θεσμοθετηθεί η πλήρης και αποκλειστική απασχόληση για το σύνολο του ΔΕΠ. Καμιά περικοπή σε μισθούς-συντάξεις-εφάπαξ και αναπλήρωση των μέχρι τώρα απωλειών. Νέο πανεπιστημιακό μισθολόγιο με άξονες: α) κατάργηση του επιδοματικού χαρακτήρα με ταυτόχρονη ενσωμάτωση όλων των επιδομάτων στο βασικό μισθό, β) αναγκαίες αυξήσεις για αξιοπρεπή διαβίωση και επιστημονική ενημέρωση, γ) καθιέρωση της σύνταξης στο 80% του μισθού του τελευταίου εργασιακού έτους, και δ) αξιοπρεπή, δωρεάν και χωρίς χαράτσια ιατροφαρμακευτική περίθαλψη σε ένα αναβαθμισμένο δημόσιο σύστημα Υγείας.
  • Να μην εφαρμοστούν οι αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις στα ΑΕΙ που στοχεύουν στην διαμόρφωση ευέλικτων αναλώσιμων εργαζόμενων, πηγή φτηνής εργατικής δύναμης για τα συμφέροντα του κεφαλαίου (αλλοίωση προγραμμάτων σπουδών, προγράμματα ταχείας εκπαίδευσης, ECTS/παράρτημα διπλώματος, «επιχειρηματικότητα» ιδρυμάτων και φοιτητών, διασφάλιση ποιότητας, επώνυμες έδρες, κτλ).
  • Να καταργηθούν τα δίδακτρα σε όλα τα μεταπτυχιακά και το ΕΑΠ.
  • Να μην εφαρμοσθούν σχέδια συγχωνεύσεων, που με πρόσχημα την υπάρχουσα κατάσταση της Ανώτατης Εκπαίδευσης υπηρετούν την ολοκληρωτική παράδοσή της στις επιδιώξεις της ιδιωτικής κερδοφορίας, στην ενίσχυση των κάθε είδους ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων, στο κτύπημα των δικαιωμάτων εργαζομένων και φοιτητών.
  • Να μην εγκαταλείψει κανένας φοιτητής τις σπουδές του για οικονομικούς λόγους. Άμεση οικονομική ενίσχυση της φοιτητικής μέριμνας και της δωρεάν διανομής συγγραμμάτων. Δωρεάν σίτιση για όλους, δωρεάν στέγαση για όσους σπουδάζουν μακριά από τις οικογένειές τους. Κατάργηση κάθε μορφής διδάκτρων σε οποιοδήποτε επίπεδο. Επίδομα για όσους φοιτητές δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις οικονομικές απαιτήσεις των σπουδών. Παροχή υποτροφιών για όλους τους υποψήφιους διδάκτορες.
  • Να μην επιτραπεί η λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων υπό τη μορφή κολεγίων, να καταργηθούν οι νόμοι 4009/11 και 4076/12, το «εθνικό πλαίσιο» επαγγελματικών προσόντων, η διασύνδεση ΔΕΠ/Πανεπιστημίων με επιχειρηματικά συμφέροντα και κάθε μορφή επιχειρηματικότητας στα ΑΕΙ. Να μην εφαρμοστεί η εξίσωση των τρίχρονων σπουδών με τις τετράχρονες και πεντάχρονες των ΑΕΙ.
  • Επαναφορά του Πανεπιστημιακού ασύλου. Ενίσχυση των δημοκρατικών συλλογικών διαδικασιών ως απάντηση στην ένταση της αυταρχικότητας και καταστολής στα ΑΕΙ.

Γενάρης 2016

Αγωνιζόμαστε ενάντια στις πολιτικές που καταδικάζουν το επιστημονικό και κοινωνικό μας μέλλον και το μέλλον του τόπου μας.

Απαιτούμε κατάργηση των μνημονίων, μονομερή διαγραφή του χρέους,
αποδέσμευση από την ΕΕ.

Αγωνιζόμαστε για ένα καλύτερο αύριο με την εκπαίδευση και τους λειτουργούς της στην υπηρεσία των σύγχρονων λαϊκών αναγκών.

                ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ  –  ΨΗΦΙΖΟΥΜΕ ΔΗΠΑΚ ΑΕΙ    

Όλοι στην Πανεργατική Απεργία την Πέμπτη 8 Δεκέμβρη

Απορρίπτουμε τις νέες περικοπές σε μισθούς και δικαιώματα.
Όλοι στην Πανεργατική Απεργία την Πέμπτη 8 Δεκέμβρη

Συναδέλφισσες/οι,
H συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και το κουαρτέτο αναζητούν την άμεση ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης που θα έχει ως συνέπεια την επιτάχυνση και την κλιμάκωση της αντιλαϊκής πολιτικής. Μετά το σφαγιασμό των συντάξεων, την αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών, την εκτίναξη του ΦΠΑ στα νησιά στο 24%, την ψήφιση νέων δυσβάσταχτων φορολογικών μέτρων για το 2017 ύψους 2,6 Δις Ευρώ, η κυβέρνηση για την εξυπήρετηση των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου, προσπαθεί να επινοήσει νέους τρόπους εξαπάτησης του λαού. Οι «νέες» παρεμβάσεις για το χρέος που προπαγανδίζονται ως κατάκτηση και που φτάνουν στο «σωτήριο έτος» 2060, θα συνοδευτούν όχι μόνο με απαρέγκλιτη τήρηση του τρέχοντος μνημονίου, αλλά και με νέα -πέραν του 2018- δημοσιονομικά και διαρθρωτικά μέτρα. Δηλαδή, λιτότητα διαρκείας, ματωμένα πλεονάσματα και νέες ρυθμίσεις σε βάρος μισθωτών, αυτοαπασχολουμένων και συνταξιούχων. Τα νέα μέτρα που μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν:

  • Κατάρτιση νέου «ειδικού» μισθολογίου.
  • Απελευθέρωση απολύσεων και αύξηση του ορίου από το 5% στο 10%.
  • Νέα μείωση του κατώτερου μισθού των 586 ευρώ και νέος «υποκατώτερος μισθός» για τους νεοπροσλαμβανόμενους.
  • Κατάργηση όσων προνιακών επιδομάτων έχουν απομείνει.
  • Επέκταση των ευέλικτων μορφών απασχόλησης
  • Νέα μείωση των σημερινών συντάξεων και των κοινωνικών παροχών.
  • Νέα μεγάλη μείωση του αφορολόγητου ορίου για μισθωτούς και συνταξιούχους στα 5.000 από τα 8.600-9.100 ευρώ. (Πρόσφατα μειώθηκε από τα 9.500 στα 8.600-9.100).
  • Θέσπιση του λοκ άουτ (ανταπεργία).
  • Νέος συνδικαλιστικός νόμος για τον περιορισμό και την απαγόρευση της συνδικαλιστικής δράσης.

Στο χώρο της παιδείας, η φράση «κάθε πέρσι και καλύτερα» επιβεβαιώνεται, άλλωστε, και από τον κρατικό προϋπολογισμό του 2017 καθώς σταθεροποιείται η υποχρηματοδότηση στα ίδια χαμηλά επίπεδα, που λειτουργεί σωρευτικά στην ήδη υπάρχουσα άθλια κατάσταση. Εξάλλου η επιλογή του νέου υπουργού Παιδείας, ο οποίος ως πρόεδρος της Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής, έφερε τη ΝΔ σε αμήχανη θέση, στέλνοντας  ερωτηματολόγιο τον Απρίλη του 2016 στους προέδρους των Συμβουλίων, όπου τα ερωτήματα επικεντρώνονται στο κατά πόσον έχουν προχωρήσει τα «μπίζνες πλαν» των Ιδρυμάτων (στρατηγική ανάπτυξη, οργανισμοί, κανονισμοί κ.τ.λ.) και η χρηματοδότησή τους από εξωτερικές πηγές/επιχειρήσεις. Άλλωστε επαναλαμβάνεται όλο και πιο συχνά από τα χείλη ανώτατων αξιοματούχων της κυβέρνησης ότι στόχος είναι η «ελαχιστοποίηση της δημόσιας χρηματοδότησης», ώστε να καλύπτει μόνο λειτουργικά έξοδα, μισθοδοσία και το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων!

Όσο μένουμε αμέτοχοι και δεν παρεμβαίνουμε στις εξελίξεις, τόσο μεγαλώνουν οι ευθύνες μας προς τους φοιτητές μας, τους γονείς τους, τους εργαζομένους και τις λαϊκές οικογένειες. Όσο αφήνουμε τη μοιρολατρεία και την ηττοπάθεια να μας κυριεύουν, τόσο ευνοούμε τις αντιδραστικές δυνάμεις να επιβάλουν την πολιτική τους. Όχι άλλη αδράνεια! Να δυναμώσουμε τις φωνές τις αντίστασης και της ανυπακοής στις αντιλαϊκές πολιτικές. Να αντιπαλέψουμε τόσο τις τάσεις παραίτησης, αδράνειας και διάλυσης που εμφανίζονται στους συλλόγους από τις δυνάμεις του παλιού και νέου κυβερνητικού συνδικαλισμού. Να αντιπαλέψουμε τις φωνές που διακυρήσσουν ότι «δεν γίνεται τίποτα». Έχουμε τη δύναμη και να τους σταματήσουμε και να επιβάλλουμε ριζικές αλλαγές που θα φέρουν οριστική απαλλαγή της αντιλαϊκής πολιτικής τους.

Να συμμετέχουμε στην Πανελλαδική Απεργία και τα Συλαλλητήρια την Πέμπτη 8 Δεκέμβρη,με αιτήματα:

  • Άμεση κατάργηση του αντιασφαλιστικού εκτρώματος της κυβέρνησης και των φορολογικών επιβαρύνσεων των τελευταίων ετών. Αναπλήρωση των μέχρι τώρα περικοπών στους μισθούς και τις συντάξεις.
  • Κάλυψη του συνόλου των εκπαιδευτικών και ερευνητικών αναγκών αποκλειστικά από τον κρατικό προϋπολογισμό.
  • Διορισμοί μελών ΔΕΠ και διοικητικού/τεχνικού προσωπικού.
  • Να θεσμοθετηθεί η πλήρης και αποκλειστική απασχόληση για το σύνολο του ΔΕΠ.
  • Να καταργηθεί το αντιδραστικό νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τα ΑΕΙ (ν. 4009/11, 4076/12, κτλ).
  • Να απαλειφθεί κάθε δυνατότητα επιχειρηματικής δραστηριότητας και δημιουργίας εταιρειών οποιουδήποτε τύπου για τα ίδια τα πανεπιστήμια και για μέλη ΔΕΠ.
  • Να μην επιτρέπεται η λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων υπό μορφή κολεγίων, να καταργηθεί το «εθνικό πλαίσιο» επαγγελματικών προσόντων, να μην εφαρμοστεί η εξίσωση των τρίχρονων σπουδών με τις τετράχρονες και πεντάχρονες των ΑΕΙ.
  • Να παρθούν μέτρα ώστε να μην εγκαταλείψει κανένας φοιτητής τις σπουδές του για οικονομικούς λόγους.

 

ΔΗΠΑΚ ΑΕΙ, 4 Δεκέμβρη 2016

Έδωσαν τα «ρέστα» τους

obama-kinhtopoihsh-30

Το άρθρο αυτό αναδημοσιεύεται από τη στήλη «Η Άποψή μας» του Ριζοσπάστη της Τετάρτης 16 Νοέμβρη 2016

Η προσπάθεια απαξίωσης των λαϊκών αντιδράσεων στην επίσκεψη Ομπάμα κορυφώθηκε χτες, ανήμερα της μεγάλης διαδήλωσης σωματείων και φορέων, με αρθρογραφία στον Τύπο και προπάντων με την προπαγάνδα της ΕΡΤ.

Η κρατική τηλεόραση έδωσε πραγματικά τα «ρέστα» της στην προσπάθεια να καλλιεργήσει κλίμα ευφορίας για την παρουσία του Αμερικανού Προέδρου στην Ελλάδα, παρουσιάζοντας ως «παραφωνία» κάθε αντίδραση στα όσα συμβολίζει και εκπροσωπεί με την επίσκεψή του ο Πρόεδρος της ισχυρότερης παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής δύναμης.

Με τον ίδιο προκλητικό τρόπο, η ΕΡΤ παρουσίαζε περίπου ως αυτονόητη την αυταρχική απαγόρευση των διαδηλώσεων, ενώ στελέχη της κυβέρνησης και του ΣΥΡΙΖΑ προσπαθούσαν να πείσουν για το «αχρείαστο» των διαδηλώσεων, με το επιχείρημα ότι οι ΗΠΑ έχουν αλλάξει πλέον την εξωτερική τους πολιτική (!) και ότι είναι πολύτιμη η αμερικανική στήριξη για τη γεωπολιτική αναβάθμιση και την οικονομική ανάκαμψη της χώρας.

Είχαν προηγηθεί από μέρες στοχευμένα δημοσιεύματα που διαπίστωναν «άμβλυνση» του «αντιαμερικανισμού» στην Ελλάδα και αντικατάστασή του από τον «αντιγερμανισμό», σε μια προσπάθεια να χαθεί το ταξικό κριτήριο, με το οποίο πρέπει να αντιμετωπίζεται η πολιτική του ιμπεριαλισμού, είτε μιλάμε για την Αμερική, είτε για τους ισχυρούς συμμάχους και ταυτόχρονα ανταγωνιστές της. Είτε μιλάμε για τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και τους πολέμους, είτε για τα αντιλαϊκά μέτρα που παίρνονται απ’ όλες τις αστικές κυβερνήσεις για να ανακάμψει η κερδοφορία του κεφαλαίου.

Έτσι και χτες, τα αστικά επιτελεία δεν έκρυβαν την ενόχλησή τους για το γεγονός ότι η ΕΕΔΥΕ, το ΠΑΜΕ, τα ταξικά συνδικάτα, μαζικοί φορείς του λαϊκού κινήματος και με την πρωτοπόρα συμβολή των κομμουνιστών που δρουν μέσα από τις γραμμές τους, όχι μόνο κατήγγειλαν την απαράδεκτη κυβερνητική απόφαση για απαγόρευση της διαδήλωσης και ένταση της τρομοκρατίας, αλλά συμμετείχαν μαζικά σ’ αυτήν.

Χιλιάδες λαού διαδήλωσαν στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις ενάντια στους πολέμους και τα σχέδια των ιμπεριαλιστών, στα οποία εμπλέκεται βαθύτερα η χώρα, με ευθύνη και της σημερινής κυβέρνησης, μεγαλώνοντας τους κινδύνους για τον ελληνικό και τους άλλους λαούς της περιοχής.

Και δεν υπάρχει ισχυρότερη απόδειξη γι’ αυτό, από τις δηλώσεις Ομπάμα – Τσίπρα, μετά τη συνάντησή τους. Εκεί όπου ο Πρόεδρος των ΗΠΑ εξήρε τη συμβολή της Ελλάδας στα σχέδια του ΝΑΤΟ και τις αντιλαϊκές μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, ενώ ο Αλ. Τσίπρας περιέγραψε τη βαθύτερη εμπλοκή της Ελλάδας στους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και την ένταση της αντιλαϊκής επίθεσης, στο όνομα της «σταθερότητας» και της ανάκαμψης.

Η «προληπτική» επίθεση, ενάντια σε όποιον τις προηγούμενες μέρες χαλούσε το κλίμα της «ευφορίας» μπροστά στην επίσκεψη Ομπάμα, δεν είχε μόνο στόχο να απαξιώσει τις αντιδράσεις σε ό,τι αντιπροσωπεύει ο Πρόεδρος της πρώτης ιμπεριαλιστικής δύναμης, και μάλιστα σε μια περίοδο που φουντώνει η φωτιά του πολέμου στη γειτονιά μας και τα κύματα της προσφυγιάς, αλλά να εμπεδώσει και το κλίμα συναίνεσης στην επίτευξη των στρατηγικών στόχων του κεφαλαίου, όπως η γεωπολιτική αναβάθμιση και η οικονομική ανάκαμψη. Να υπογραμμίσει ότι μπροστά στα μεγάλα ζητούμενα του κεφαλαίου, καμιά «παραφωνία» και καμιά «απόκλιση» δεν είναι ανεκτή.

Απ’ αυτήν τη σκοπιά, η απάντηση που έδωσαν χτες με τη μαζική τους διαδήλωση τα συνδικάτα και οι άλλοι φορείς του κινήματος, έχει μεγάλη σημασία να βρει συνέχεια στη μάχη που κλιμακώνεται για την επιτυχία των απεργιακών κινητοποιήσεων στις 24 Νοέμβρη και στις 8 Δεκέμβρη.

Δεν ξεχνάμε. ΟΛΟΙ ΣΤΙΣ ΑΝΤΙΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΙΣ ΤΗΝ ΤΡΙΤΗ 15 ΝΟΕΜΒΡΗ

ΟΛΟΙ ΣΤΙΣ ΑΝΤΙΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΙΣ ΤΗΝ ΤΡΙΤΗ 15 ΝΟΕΜΒΡΗ.

Η επίσκεψη Ομπάμα πραγματοποιείται εν μέσω της ολομέτωπης επίθεσης από τη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ενάντια στους εργαζόμενους και την συνεχιζόμενη αφαίρεση των κατακτήσεων μας. Παράλληλα βαθαίνει η εμπλοκή της χώρας στην ιμπεριαλιστική επιθετικότητα που εκτυλίσσεται στην περιοχή της ανατολικής μεσογείου, με εκατοντάδες χιλιάδες θύματα και πρόσφυγες.

Η επίσκεψη γίνεται με στόχο την επιβολή των συμφερόντων των πολυεθνικών των ΗΠΑ και την ενεργότερη συμμετοχή της χώρας μας στους επικίνδυνους σχεδιασμούς των ιμπεριαλιστών στην ευρύτερη περιοχή, από τη Συρία, το Ιράκ και τη Λιβύη έως τη Μαύρη Θάλασσα και τη Βαλτική, με επίκεντρο τον έλεγχο πλουτοπαραγωγικών πηγών, αγορών και διαδρόμων στρατηγικής σημασίας. Παράλληλα αμφισβητούνται τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας από την αστική τάξη της Τουρκίας και εξελίσσονται τα σχέδια για  την ουσιαστική διχοτόμηση της Κύπρου.

Η θέση, που ουσιαστικά λέει ότι όλα τα παραπάνω δικαιολογούνται, αν υπάρξει ως αντάλλαγμα μια αμερικανική παρέμβαση στο ζήτημα της ελάφρυνσης του χρέους, που θα ανοίξει το δρόμο για την ανάκαμψη της οικονομίας, είναι θέση απαράδεκτη και επικίνδυνη. Κανένα όφελος δεν πρόκειται να προκύψει από την επίσκεψη του απερχόμενου προέδρου των ΗΠΑ για το λαό μας, παρά μόνο μια ευρύτερη εμπλοκή στα νατοϊκά σχέδια και παραπέρα όξυνση της αντιλαϊκής πολιτικής.

Η επιλογή της ημερομηνίας της επίσκεψης, παραμονή της ηρωικής εξέγερσης του Πολυτεχνείου ενάντια στην αμερικανοκίνητη χούντα, αποτελεί πρόκληση για την οποία η ευθύνη της κυβέρνησης είναι μεγάλη. Είναι ξεκάθαρη προσπάθεια να νομιμοποιηθούν οι πολιτικές των ΗΠΑ και να «αμβλυνθούν» οι ευθύνες τους στην ιστορική μνήμη και συλλογική συνείδηση του Ελληνικού λαού, να αποκρύψουν το πόσο ακριβά έχει πληρώσει ο λαός την εμπλοκή της χώρας μας στην ιμπεριαλιστική επιθετικότητα.

Καταγγέλλουμε την επίσκεψη πρόκληση του προέδρου των ΗΠΑ.

Καταδικάζουμε τον εγκληματικό ρόλο του ΝΑΤΟ και της ΕΕ.

Καμία εμπλοκή της χώρας στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς.

Να κλείσουν οι αμερικανονατοικές βάσεις και τα στρατηγεία.

Να επιστρέψουν οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις από αποστολές του ΝΑΤΟ και της ΕΕ.

Αλληλεγγύη στους πρόσφυγες και μετανάστες.

 

Νομοσχέδιο για τις μεταπτυχιακές σπουδές: Δίδακτρα τέλος… Ζήτω τα τέλη εγγραφής.

Νομοσχέδιο για τις μεταπτυχιακές σπουδές: Δίδακτρα τέλος…
Ζήτω τα τέλη εγγραφής.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ πιστή στην πολιτική της ΕΕ και του κεφαλαίου συνεχίζει την εμπορευματοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Στην ίδια κατεύθυνση με τις προηγούμενες κυβερνήσεις θεσμοθετεί συστηματικά την πλήρη ενσωμάτωση όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης στους «κανόνες» της αγοράς. Η προτεινόμενη, στο πρόσφατο νομοσχέδιο για τις μεταπτυχιακές σπουδές, μετονομασία των διδάκτρων σε τέλη εγγραφής και οι δήθεν περιορισμοί στο ύψος των διδάκτρων δεν μπορούν να συγκαλύψουν το βαθύ ταξικό χαρακτήρα της εφαρμοζόμενης πολιτικής.

Εδώ και χρόνια είναι κοινή διαπίστωση η εμπορευματοποίηση των σπουδών στο χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η διαδικασία της Μπολόνια και η κοινή Ευρωπαϊκή πολιτική στο χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης για αντιστοίχιση των τίτλων σπουδών μεταξύ των κρατών μελών, οδηγεί στην απαξίωση των πτυχίων του λεγόμενου «πρώτου κύκλου» και στην υποκατάστασή τους από πληθώρα πιστοποιητικών, τίτλων και διπλωμάτων από μεταπτυχιακές σπουδές, κατά κανόνα με δίδακτρα. Οι σπουδές αυτές, του αποκαλούμενου δεύτερου κύκλου, δεν έρχονται να καλύψουν σύγχρονες επιστημονικές απαιτήσεις αλλά τις ανάγκες της αγοράς για εργαζόμενους πολλών ταχυτήτων. Δημιουργούν επιστημονικό δυναμικό που θα βρίσκεται δια βίου στο κυνήγι της απόκτησης νέων δεξιοτήτων για να ενταχθεί ή να παραμείνει στην λεγόμενη αγορά εργασίας.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ενώ δήθεν αναγνωρίζει την απαράδεκτη κατάσταση που επικρατεί στις Μεταπτυχιακές Σπουδές, δεν αναφέρεται καθόλου στα αίτια που την παράγουν και τη συντηρούν. Ήδη από την αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου που κατέθεσε, κάνει φανερό προς όλες τις κατευθύνσεις, πως συμφωνεί με την ιδιωτικοποίηση και την εμπορευματοποίηση, αλλά με μέτρο ώστε να είναι «συνταγματικά ανεκτή»! Η μετονομασία των διδάκτρων σε «τέλη εγγραφής» και τα πλαφόν είναι το «φύλλο» συκής για να στεριώσει και «με την βούλα» η εμπορευματοποίηση στα ΑΕΙ και ΤΕΙ και να επεκταθεί το «τέλος εγγραφής» και στις προπτυχιακές σπουδές. Άλλωστε, παντού η «πελατοποίηση» των φοιτητών ξεκίνησε με πολύ χαμηλά δίδακτρα, π.χ. στην Αγγλία. Η κυβέρνηση, αφήνει ανοικτές πόρτες για αύξηση των διδάκτρων πέραν του πλαφόν και κλείνει το μάτι στα μέλη ΔΕΠ να κάνουν συναλλαγές μεταξύ τους για να διδάσκουν επί πληρωμή σε Μεταπτυχιακά Προγράμματα άλλων τμημάτων και τους ανοίγει το δρόμο για την μεγάλη αποστολή της ίδρυσης «θυγατρικών» στο εξωτερικό χωρίς κανένα πλαφόν. Ποιες επιπτώσεις θα έχει αυτή η πολυπραγμοσύνη για αναζήτηση πόρων στην ποιότητα της εκπαίδευσης και της έρευνας είναι το τελευταίο που ενδιαφέρει την κυβέρνηση.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ συνεχίζει με συνέπεια την πολιτική των προηγούμενων κυβερνήσεων, που άνοιξαν το δρόμο των διδάκτρων. Δίδακτρα, που είχαν την ανοχή, και σε πολλές περιπτώσεις διεκδικήθηκε η επιβολή τους, από Πανεπιστήμια και μερίδα Πανεπιστημιακών ως επιπλέον εισόδημα μέσω των επιμισθίων. Οι πρυτανικές αρχές και σημαντικό κομμάτι των μελών ΔΕΠ, όπως και η ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ, έγιναν οι «ντίλερς» και συνέβαλαν στην πυρετώδη ζήτηση «ακόμη ενός χαρτιού» από γονείς και φοιτητές, με την ελπίδα να βρεθεί μια «θέση εργασίας».

Η υποστήριξη της ΝΔ στα ιδιωτικά «πανεπιστήμια» και τα δίδακτρα αποτελεί πράγματι μια διαχειριστική διαφοροποίηση με την «λελογισμένη ιδιωτικοποίηση» της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Κινούνται, ωστόσο, στην ίδια ακριβώς κατεύθυνση της ΕΕ και του ΟΟΣΑ. Είναι και οι δύο στην ίδια ρότα όσον αφορά την επίθεση στα μορφωτικά και εργασιακά δικαιώματα της νέας γενιάς.

Η ευθύνη των κυβερνήσεων, των προηγούμενων και της τωρινής, των διοικήσεων των Πανεπιστημίων και της συνδικαλιστικής πλειοψηφίας των Πανεπιστημιακών στον αποπροσανατολισμό και στην καλλιέργεια ψεύτικων ελπίδων στο λαό και τη νεολαία είναι τεράστια.

Οι διοικήσεις των ΑΕΙ έχουν το δικό τους ρόλο, βάζουν το δικό τους λιθαράκι, στην περαιτέρω σύνδεση των ΑΕΙ με τις επιχειρήσεις, στην μετατροπή των ίδιων των ΑΕΙ σε επιχειρήσεις, διαμορφώνοντας, διαφημίζοντας και παρέχοντας προγράμματα σύντομης κατάρτισης. Με την επίκληση της υποχρηματοδότησης διεκδικούν τη διατήρηση και επέκταση των διδάκτρων στα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών. Σε αυτή την κατεύθυνση η πρόσφατη σύνοδος των Πρυτάνεων υποστήριξε να καθορίζουν τα ίδια τα ιδρύματα το ύψος των διδάκτρων στις μεταπτυχιακές σπουδές με βάση τον «προσδιορισμό συγκεκριμένων κέντρων κόστους, με βάση την αρχή της ανταποδοτικότητας»!

Στην ίδια ρότα κινείται και η πλειοψηφία της ΠΟΣΔΕΠ υποστηρίζοντας την επιβολή διδάκτρων και άρση των περιορισμών στις αμοιβές των διδασκόντων. Από την άλλη ο φίλο-κυβερνητικός συνδικαλισμός, χρησιμοποιεί ως άλλοθι τις «ακραίες» μορφές εμπορευματοποίησης και των υψηλών διδάκτρων σε ορισμένα μεταπτυχιακά προγράμματα για να δείξει ότι βρίσκεται από την άλλη πλευρά. Η πραγματικότητα είναι ότι υποστηρίζει την ουσία του νομοσχεδίου, δηλαδή την καθιέρωση διδάκτρων και με την «βούλα».

Η απάντηση στις αντιδραστικές αυτές κατευθύνσεις πρέπει να είναι μία. Να δημιουργηθεί ένα συντονισμένο μέτωπο φοιτητών, πανεπιστημιακών και εργαζομένων, που θα απομονώσει τον παλιό και νέο κυβερνητικό συνδικαλισμό και όσων σπέρνουν αυταπάτες και εμπορεύονται ελπίδες μετακυλώντας το κόστος της εκπαίδευσης στις πλάτες των φοιτητών και των οικογενειών τους. Ένα μέτωπο διεκδίκησης αποκλειστικά και πραγματικά δημόσια και δωρεάν Παιδεία και Έρευνα, που θα εξασφαλίζει την πρόοδο και την ευημερία του λαού και όχι τα συμφέροντα των αγορών.

Για μια ακόμη φορά αποδεικνύεται ότι μια εντελώς διαφορετική πολιτική είναι αναγκαία στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Μια πολιτική, που να υπηρετεί τις σύγχρονες λαϊκές ανάγκες σε ποιοτικές σπουδές, διαβατήριο στην εργασία και όχι στην ανεργία. Η ΔΗΠΑΚ καλεί τους πανεπιστημιακούς που δεν έχουν υποταχθεί στο πανεπιστήμιο της αγοράς, να απορρίψουν το σχέδιο νόμου για τις μεταπτυχιακές σπουδές, να συμπορευτούν με το εργατικό λαϊκό κίνημα και να διεκδικήσουν:

  • Άμεση κατάργηση των διδάκτρων σε ΑΕΙ και Ανοικτό πανεπιστήμιο και κλείσιμο όλων των «κολεγίων».
  • Άμεση γενναία αύξηση της χρηματοδότησης για την κάλυψη των κενών που έχουν δημιουργηθεί λόγω της συνεχούς υποχρηματοδότησης η οποία οδηγεί τα Ιδρύματα να λειτουργούν όλο και περισσότερο ανταποδοτικά και με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια με άμεσο αρνητικό αντίκτυπο στους φοιτητές, τους εργαζομένους και τις οικογένειες τους. Διορισμό μόνιμου ΔΕΠ, διοικητικού και τεχνικού προσωπικού για την κάλυψη όλων των κενών. Πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους Πανεπιστημιακούς.
  • Ενιαία Ανώτατη εκπαίδευση αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν. Αναβάθμιση των προπτυχιακών σπουδών με τις απαραίτητες εξειδικεύσεις στα πλαίσια του πτυχίου. Πτυχία με πλήρη επαγγελματικά δικαιώματα. Μεταπτυχιακές σπουδές που να οδηγούν σε Διδακτορικό και να υπηρετούν την εξέλιξη των επιστημών και της επιστημονικής έρευνας.

ΔΗΠΑΚ, Οκτώβριος 2016